Tuesday, December 27, 2011

Forgotten Fairytales


A Fairy paused at the window and as the moon lighten her nodded ... I was sleepy, I said that I could not leave, and she smiled, playfully grabbed the front lock of my hair and made her a scarf.

She said: ‘how much you don’t know', 'how many you will learn’...
"You do not need wings to fly, nor glitter to be bright ... just do not let anyone steal the magic, do not let anyone forget you!"

Awake anymore I asked what would happen if I followed her...
"Maybe you will lie down on the half of the moon, perhaps you will seduce a young man, perhaps you will play with someone naive ..."

I told her that I have done that ... in my imagination and with logic...

She shook her wings and shivered: "They told me that once upon a time lived a fairy mortal but she didn’t know that her soul was exotic ..."

She cried on my shoulder and had to leave by saying "… Now I know that you ceased to exist, because they ceased to believe in you and you have nothing left … But if I leave you, you will be lost as mortal in oblivion and no one will say your name ..."

I put her in my hand and kissed her, I said "Go!"
"Go back to the moon and the sources, because this land will become dark ... and do not worry about me, I became a fairy to a world which has drowned, which has grabbed my wings and then got my light to look itself in the mirror. Fear nothing my little creature, I got used to walk, not fly ... but as my feet touch the ground, I know how to walk bright, to spread cheery lines and to march among the people. Go tell them I'm not a lie but I get tired and I am crying mortal though my dance and my traces are different ... "

She stood at the window again and somehow was sad as she was ready to fly:
" There are many fairies but no one like you! I ever knew no man and voice with your name and such a grace! Farewell hidden Starlight… "

The window closed and I went back to bed, and every now and then I look at the sky trying to see 'my sister'.

Το Βροχάκι


Το παράπονο μου σφίξιμο στα χείλη και ρίχνω όλα μου τα βάρη στη βροχή το ξέρω πως δεν θα μου γίνει το χατίρι μα είναι η μοίρα μου αυτή η βροχερή.

Το ανεμοπάρεμα, το πέραμα, η δίνη και ένα γλύκισμα στο τέλος της βραδυάς, και γω  γλεντάω με το πόνο που μου δίνει και όλο ρωτάω γιατί δεν μ’ αγαπάς..

Κάθε φουρτούνιασμα  τις νύχτες μου θυμίζει, πόσο νοστάλγησα τα χάδια από καρδιάς κι ίσως λυπάμαι που το τότε δεν γυρίζει μα φταίει η στέρηση του γέλιου, της χαράς.

Και λυγίζω σαν κουτάλι μαγικό, καθρεφτίζω τις πληγές μου προς τα έξω, περιμένοντας λοιπόν το γιατρικό, εύχομαι να ‘ρθει η μέρα που θα φέξω.

Το τέλος μου καθυστερεί στον δρόμο και αναμένω την ποινή της μοναξιάς, ένας άγγελος με άγγιξε στον ώμο και μου είπε μην ξεχνιέσαι όπου και αν πας.

Και γύρισα τον κοίταξα στα μάτια, και εκείνος τα έκλεισε μεμιάς, τον πόνο μου έκανε κομμάτια και έφυγε σαν να ταν ο βοριάς.

Καθυστέρησα τα δάκρυα μη πέσουν, μόνο οι σταγόνες να πέφτουν της βροχής, και ας θέλουνε οι θλίψεις να μ’αλέσουν, ζω στο ‘περίμενε’ κάποιας αντοχής.

Monday, December 26, 2011

Snow Patrol - Chasing Cars

Είδα μιαν αγάπη...


   Είδα μια αγάπη, κοίταξα το πρόσωπό της, σαν να είχαν κουρνιάσει οι ελπίδες μου στα βλέφαρά της. Η αποτυχία να σκεφτείς τον εαυτό σου σαν κάτι πολύπλοκο που αξίζει σε κάνει να σκέφτεσαι τον άλλον σαν κάτι που αξίζει να δεις μέσα στα μάτια του. Και αυτή η αγάπη που θαρρούσα ανεξερεύνητη με έκανε να τη σκέφτομαι ένα ολόκληρο βράδυ της ζωής μου, ώρες που θα μπορούσα να περάσω με μια νοσταλγική μουσική κάποιας άλλης εποχής, με ένα ποτήρι κρασί που θα αποτύπωνε τα χείλη μου στην άκρη του, με φώτα μισόσβηστα και με μάτια μισάνοιχτα.

   Στα σοκάκια που χανόμουν επιδέξια πίστεψα πως θα βρω αυτό που έχανα κάθε σούρουπο και το έβρισκα φευγαλέα μες στο όνειρο για λίγα μόνο δευτερόλεπτα. Το βράδυ γίνονται όλα καθαρά, ξέρεις τι περιμένεις, φοβάσαι βέβαια γιατί αυτό που περιμένεις ίσως δεν έρχεται και αν πραγματικά έρθει ίσως ουσιαστικά να μην είναι αυτό που θες. Ζητάμε απαντήσεις από τη νύχτα κάνοντας συνεχώς κακοδιατυπωμένες ερωτήσεις. Μας νοιάζει το πώς, το γιατί και αφήνουμε στην άκρη το με ποιους, πότε… Βρήκα την αγάπη μου που είχα λησμονήσει και μου θύμισε πως έχει αλλάξει σαν κάθε ζωντανό, σαν το ρέμα που ποτέ δεν είναι ίδιο. Περιμένοντας λοιπόν στο ίδιο σκαλί, κάνοντας ίδιες αμετανόητες, θλιβερές σκέψεις, πλήττοντας με τις ίδιες λέξεις και κρατώντας πεισματικά στην κορφή της γλώσσας μου ένα κοινό θέμα δεν παρατήρησα –και η δουλειά μου είναι η παρατήρηση- πως όλα αλλάζουν και δεν με συνεπαίρνει τίποτα γιατί αρνούμαι την αλήθεια που συντελείται γύρω μου, αρνούμαι πως οφείλω να μην καταχρώμαι την φαντασία μου για να εντείνω το κενό, πως είτε είσαι μέσα στο ποτάμι με τα μπατζάκια σηκωμένα, ανασκουμπωμένος έτοιμος να αρπάξεις με τα χέρια σου όποιο ψάρι περάσει για να τραφείς, είτε είσαι έξω, ανέτοιμος και στεγνός, και σίγουρα μετά από λίγο καιρό, νεκρός. Από την πείνα.

   Η αγάπη μου δεν ήταν ο ερωτάς μου και ο ερωτάς μου βρισκόταν κάπου αλλού και όχι στην αλλοτινή αγάπη μου και όταν μπερδεύεις αυτά τα δυο, μπερδεύεσαι χειρότερα. Μα δε πειράζει, γιατί η έννοια του κόσμου μας είναι πως τίποτα δεν έχει ορισμούς, γιατί όλα έχουν ζωή και παίρνουν καινούργια μορφή και χρώματα είτε μας αρέσει είτε όχι. Παιχνιδίζουμε με τον εαυτό μας κι όμως το παιχνίδι είναι πιο διασκεδαστικό όταν γίνεται με παρέα, ακόμα και αν είναι ακατανόητη. Με σιγουριά το λέω, όλα γίνονται κατανοητά μετά από ένα μπουκάλι κρασί. Δεν είμαι υπέρ της μέθης, αλλά είμαι υπέρ του χαμόγελου, το οποίο μπορεί να κατορθώσει να γίνει τόσο αφοπλιστικό όσο ένα μοιραίο, ξαφνικό χτύπημα. Και είναι αξιολάτρευτοι οι εχθροί που σε ραίνουν ροδοπέταλα, πόσο μάλλον όταν το έγκλημα συντελείται το βράδυ, σε ένα ποετικό, ειδυλλιακό σκηνικό.
Κανείς δε ξέρει πόσο δύσκολα γράφεται μία σελίδα λογοτεχνίας και όμως όλοι αναρωτιούνται πόσο δύσκολα προφέρεται το «σ’ αγαπώ». Τέτοιες αδικίες φέρνει το επάγγελμα του αγαπητικού, αυτός που αγαπάει αιωνίως. Αυτός μένει μυστήριος, γιατί γράφει την αγάπη και συμφωνούν μαζί του αυτοί που την ζουν, ο εραστής, αυτός που δίνει αγάπη για λίγο. Αυτός είναι εύκολο βιβλίο, γιατί έχει μόνο ένα εξώφυλλο, και ένα οπισθόφυλλο και πίνει εις υγεία των όμορφων λόγων του αγαπητικού. Και τα δύο είδη αναγκαίο κακό. -Και ξεμάκρυνα όπως συνηθίζω, κυνηγάω λαγό και μου βγαίνει ελάφι…-

   Κάθισα και την σκέφτηκα, αυτή την αγάπη, αυτή που σκεφτόμαστε, μυθοποιούμε και πεθαίνουμε με το όνομά της. Σκέφτηκα την δικιά μου την αγάπη που την βάρυνα με όλες αυτές τις ελπίδες στα βλέφαρά της. Τόσο που δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια της να με δει. Τα δικά μου όνειρα πίστευα πως θα γίνουν δικά της. Όταν όμως το άστρο αποφασίζει να φωτίσει την καρδιά σου και να επαναφέρει την όρασή της, τότε καταλαβαίνεις, γνωρίζεις, και η γνώση πληγώνει ανεπανόρθωτα τη πίστη. Και δεν πιστεύεις πως η αγάπη σου θα κουβαλήσει δικές σου επιθυμίες. Δεν μπορεί να επωμιστεί ευθύνες με τις οποίες γαλουχήθηκε το όραμα της ύπαρξής σου, ούτε είναι σωστό να πάρει τα εύσημα των δικών σου κόπων. Η αγάπη σου είναι το αμπέλι που χρειάζεται τα χέρια σου να το καλλιεργήσουν.

   Τι ωραία η μυρωδιά του μούστου το χάραμα, όσο καλή είναι η γεύση του κορμιού το απόβραδο.