Tuesday, February 28, 2012

Ο γιος της Λήθης


Ο λήθαργος είναι μια λέξη. Είναι ένα νόημα που βάζει την αδράνεια και την νάρκη στην ίδια πρόταση. Αδράνεια του νου να πράξει, να ψάξει, να εφεύρει, να αγαπήσει, να αντιδράσει, να επουλωθεί και μαζί είναι βαθύς ύπνος, ο ύπνος του δικαίου ή του αδαή, όπως και να έχει ύπνος δίχως όνειρα ή αντάρες. Ο λήθαργος δεν έχει και δεν προξενεί ανησυχίες ή φουρτουνιάσματα.  Είναι μια κατάσταση περιπλάνησης χωρίς σκοπό και αποτέλεσμα. Βλέπεις το δέντρο και χάνεις το δάσος. Ο λήθαργος τρέφεται με άγνοια και απάθεια, λατρεύει τα σπορ του καναπέ και οι ερωμένες του είναι η ακινησία και η άργητα . Ο λήθαργος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου μετά τον σκύλο, τόσο πιστός που σε δαγκώνει όταν κοιμάσαι. 
Έχουμε βέβαια και την νάρκη. Την νάρκη που ελλοχεύει σαν την Μήδεια, που περιμένει καρτερικά να πεθάνεις με κάποιον εφιάλτη της, που θα σου δείξει το μονοπάτι της κακίας και θα το ακολουθήσεις γιατί με ευκολία ο άνθρωπος εποίησε την εξουσία και η νάρκη ξέρει πώς να σε εξουσιάζει γλυκά, με το γάντι του μποξ, ρίχνοντάς σε αναίσθητο. Διόρθωση,  πιο αναίσθητο. 
Πολυδιάστατος ο λήθαργος, που χάνεσαι και είναι δύσκολο μετά να σε βρούνε. Είναι όμως μια λέξη, μια επικίνδυνη λέξη, αν υπάρχουν επικίνδυνες λέξεις και όχι επικίνδυνα μυαλά…

Thursday, February 9, 2012

Ανάστημα ψυχής


Να λες πριν ξαπλώσεις: «Θεέ μου θέλω να γίνω καλύτερος», «θέλω να αγαπώ», «δε θέλω να ανησυχώ, δε θέλω να πανικοβάλλομαι μπρος στην αγάπη, δε θέλω να γίνω ένας άγνωστος στον εαυτό μου».

«Σε παρακαλώ κάνε με να βλέπω τις δυνατότητές μου, να εκτιμώ τα προτερήματα μου και να αξιοποιώ τις αρετές μου.  Γίνε το φαναράκι μου στα σκοτάδια που με κάνουν να ιδρώνω από αγωνία, διώξε τους κακούς ανθρώπους που με πληγώνουν απλά για να δείχνουν ανώτεροι από εμένα, και στους πονεμένους δώσε ελπίδα και χαμόγελο. Να ξυπνήσουμε μια μέρα και τα χρώματα που μας έχεις στολίσει να πάρουν ζωή, να την φυσήσουν μέσα στα ρημαγμένα μας μούτρα και να μας κάνουν διαφορετικούς, να αγκαλιαζόμαστε και να χαιρετιόμαστε λες και ανήκουμε στην ίδια οικογένεια. Να έχουμε ειρήνη, και τα χέρια μας να συναδελφώνονται χωρίς φθόνο και πάθος. Και εγώ θα έχω περισσότερο υπομονή, θα συμπονώ, θα αγαπάω δίχως κόστος, να βοηθήσω στο έργο σου, να σηκώσουμε μαζί την μπάρα της δυστυχίας και να την πετάξουμε μακριά από τα μελανιασμένα στήθη του κόσμου.»

«Ευχαριστώ και μη ξεχνάς, σ’ αγαπώ!»

Και όταν δεν πιστεύεις στον Θεό, πίστεψε απλά στα λόγια αυτά, τα δικά σου, βάλε μέσα τους και τα μυρωδικά της αγάπης και ξεκίνα….



Monday, February 6, 2012

ΑΜΝΗΣΤΙΑ


Έβρεχε όπως πάντα κάνει ο καιρός σαν πληγωμένη γυναίκα που βρήκε να ξεσπάσει μέσα σε μια ντουλάπα, στη σιωπή. Αντιλαλούσαν οι ουρανοί, ηχούσαν οι σάλπιγγες των αγγέλων, σκέπαζαν τις γυναίκες που έκλαιγαν, τα παιδιά που πονούσαν, τους άντρες που σκέπαζαν την περηφάνια τους με ξεφτισμένες κουβέρτες και στεκόντουσαν τάχα δυνατοί μέσα σε τρύπιες κάλτσες.
Ο μηχανισμός της ομπρέλας της χάλασε και δεν άνοιγε, βρεχόταν για ένα δεκάλεπτο προσπαθώντας να καταλάβει πόσο περίπλοκα γίνονται τα πράγματα όταν τα παπούτσια σου είναι βάρκες σε έναν φουσκωμένο ποταμό. Περιττή η προσπάθεια. Ήρθε ένας άστεγος που σχεδόν αόρατα είχε γίνει ένα με το σκοτάδι σε μια στοά σκονισμένη. Την παρατηρούσε ώρα που πάλευε με να μείνει στεγνή, ώσπου σήκωσε το βάρος του και της πέταξε την ομπρέλα στα σκουπίδια λέγοντας «Πάει χάλασε, πάρε μια άλλη.» και πήγε πίσω στο «μπαλκόνι» του. Χωρίς παράπονο, χωρίς οργή. Ο πάτος ενός μπουκαλιού όταν τον χτυπάς στο τραπέζι κάνει περίεργο, υπόκωφο θόρυβο. Όχι αυτός ο πάτος. Ένιωσε ένοχη, ένιωσε πως του χρωστούσε κάτι. Πως του ανήκαν τα ρούχα της, το άρωμά της, το αξιοπρεπές βλέμμα της. Βρεγμένη πια, θλιμμένη και θλιβερή έκανε έναν άθλο. Πήγε και έκατσε δίπλα του, αγκαλιάζοντας τα γόνατά της. Εκείνος έκανε πως δεν την έβλεπε, δεν κουνήθηκε σταλιά… ώσπου της έδωσε μια μποτίλια γεμάτη με αλκοόλ. «Μου την χάρισε ένας δικηγόρος που φεύγει για αλλού, μακριά από εδώ, μακριά. Εμείς το περισσότερο μακριά που μπορούμε να πάμε είναι μέχρι την άλλη πλατεία.» Αυτή δεν το πήρε αλλά έβγαλε το πορτοφόλι της και το έβαλε στο ρουχαλένιο μαξιλάρι του. Κράτησε για εκείνη μόνο ένα εισιτήριο επιστροφής. Εισιτήριο επιστροφής στην δική της πραγματικότητα, γιατί αυτό που έζησε για λίγο ήταν μια ζωή που έβλεπε κάθε μέρα με την άκρη του ματιού της και την απόρριπτε σαν πλάσμα της φαντασίας της. Αυτός την κοίταξε όχι για να την ευχαριστήσει, όχι για να τον λυπηθεί, απλά την κοίταξε. Κάτω από τις σκουριές του προσώπου του και τα ατημέλητα μαλλιά που έμοιαζαν με τα κουρέλια που είχε για κρεβάτι και σαλόνι και τραπεζαρία, έφεγγαν δύο γαλάζια μάτια, που σκοτείνιασαν μόλις πέρασε ένας ψηλός, καθώς πρέπει άντρας και φώναξε: «Σας πείραξε κυρία μου; είστε καλά; να φωνάξω την αστυνομία!»
«Όχι είμαι καλά. Γλίστρησα και ο κύριος εδώ με βοήθησε.»
«Ποιος κύριος; Τον ζητιάνο λέτε;»
«Τον άνθρωπο λέω!»
Όταν γύρισε να δει, ο «άνθρωπος» είχε χωθεί στα μπαλωμένα σκεπάσματά του, ένα με το πάτωμα, ένα με τον αέρα, και ο ήχος της βροχής έκρυβε την ανάσα του, μια νεκρή ανάσα για όλους τους άλλους.
Προχώρησε και συγχώρεσε τον εαυτό της γιατί δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο. Και συνέχισε να βρέχει λες και ο Θεός δεν νοιάζεται για όσους κλαίνε από μέσα τους, ή για όσους τους έχουν στερέψει τα δάκρυα. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά προς το τραίνο, έκανε άλλον έναν άθλο. Έκλαψε για όλους αυτούς που δεν είχαν δύναμη να εκφράσουν τη βροχή της καρδιάς τους.

Sunday, February 5, 2012


An ordinary day in the Greek Army

Early in the morning,when the sun has it’s eyes still shut
a soldier wakes up.No time to waste,
no time to wash out, you have to make haste!
The cleanings must be done before you hit the dirt n’ dust!
Run and punch to get out of the ranch
It’s time for training before the sun’s rays hits you with its laugh
The head nods to you,you know it’s time to introduce
Say it loud and clear before you dissapear.

Wednesday, February 1, 2012

Κατηφορίζουσα...


Η κατηφόρα μας πλάκωσε όλους. Σαν πούλια σε μια παρτίδα τάβλι, εγκλωβιστήκαμε κάτω από τα χνώτα του εχθρού. Μωροί υψώσαμε την κουδουνίστρα μας για σκήπτρο και γελάγαμε με τα γλέντια των κάλπικων ανθρώπων που έβαζαν δηλητήριο στο κρασί και μας κερνάγανε.

Λοιπόν, τι με κοιτάτε; Η φυσιογνωμία μου δεν μένει αλώβητη από το κρύο και τα χρόνια. Το χαμόγελό μου πού και πού στραβώνει, γίνεται λοξό στις λοξές ματιές, στα λοξά λόγια, σε εκείνους που με περνάνε για λοξό και απομακρύνονται τάχα διακριτικά. Λοιπόν να ‘μαι! Κλείνω τα παντζούρια σιγά σιγά, ματαιώνω το φεγγάρι για μια νύχτα, κάθομαι στο κρεβάτι και με βλέφαρα ανοιχτά και σκέψη ως τον ορίζοντα αναμένω το χάραμα. Την μαγική εκείνη ώρα που σμίγει το φως με τον ουρανό και εξιλεώνεται η ψυχή στο περβάζι της ημέρας, μιας νέας μέρας που δεν έχει γεράσει, που δεν έχει βαρεθεί τις ώρες, που σε καλεί με τραγούδια, που σε παίρνει από το χέρι για έναν περίπατο, που αγαπάει σαν παρθένα και σε κοιτά σαν μάνα. Όταν έχω δίκιο αργεί να ξημερώσει.

 Οι άνθρωποι κατεβαίνουν και πλακώνουν εκείνους που είναι μόνοι τους. Η πρώτη πάντα μάχη γίνεται στα βλέμματα… μετά βγαίνουνε οι λέξεις και να σου και τα αίματα…