Sunday, May 27, 2012

Bou


Προσκυνούν οι τυφώνες μου τον Καιρό σαν τον μέγα φυσιοδίφη, που πελεκά τα όρνια που χουν στο μάτι αθώους ανθρώπους με μαλακή καρδιά. Ακούω τους χτύπους των όρνεων που λαχταρούν το αίμα και ακούω τον Καιρό που βρυχιέται και τα κρατά μακριά.

Περίεργος τόπος τούτος, όλο ετοιμοθάνατους, που σέρνονται στα καλάμια ψάχνοντας το σκουφί τους. Πάγωσε η ανάσα και το αίμα κυκλοφορεί πιο δύσκολα. Ο Καιρός σαν ποιμένας καρτερεί να γιάνουν τα παιδιά του από τις αμαρτίες.  Τους πλέκει ένα γκρι τούλι, τους λέει και δυο καλές κουβέντες και με το πλοίο του Βοριά τους στέλνει σε χώρες μακρινές. Μα ο τόπος ακόμα θυμίζει θανατικό σαν υπόσχεση έρωτα που ήταν να γίνει γάμος στο ξωκλήσι του Χάροντα. Αλλόκοτες σκιές ξεπηδούν από την ομίχλη του χαράματος, μέσα σε πατημασιές απεικονίζονται δάκρυα και πολλές φορές ακούς, όταν θες να ακούσεις, θηλυκές φωνές πουλιών να τραγουδούν καμώματα και να αγροικούν τα θύματά τους.

Πόνεσα, πονώ και θα πονέσω σαν το σήμερα να ήταν χθες και έχω και τον Καιρό που με μαλώνει, μα οι πληγές πονάνε όταν εκείνος αλλάζει. Σου θυμίζουν τον πόλεμο που υπήρξε, τον πόλεμο που ακόμα μαίνεται, τις μάχες τις ατέλειωτες για τη σωτηρία της ψυχής σου, όχι για τον Θεό, προς Θεού, μα για να έχεις ένα σωστό παραμύθι να λες στην σκέψη σου για να ησυχάσει. Πόσοι άλλοι πονούν εκεί έξω και πόσοι προσποιούνται πως δεν πονούν, και αυτούς ο Καιρός θα τους φάει, δεν γλυτώνουν από τα βίαια κλαδιά που έχουν τον τρόπο τους να μαγκώνουν στα νύχια τους μαλλιά αγγέλων.

Ο Καιρός, ξαναγύρισε ακουμπώντας την κάπα του στην πολυθρόνα του χρόνου, έπιασε το μπράντι και άστραψαν τα μάτια του όταν άκουσε τα ουρλιαχτά των όρνεων. Πεινάνε και ήρθε η στιγμή ήρθε ο καιρός να ταϊστούν ή να διεκδικήσουν. Ξανά στις επάλξεις λοιπόν, βαμμένοι με τα μαύρα της θλίψης και τα χακί του βάλτου, πλάι πλάι με ένα δέντρο και έχοντας ως σύμμαχο την ελευθερία, το δειλινό θα θεριέψει από τους ήχους και ο Καιρός σαν άλλος Ναπολέων θα βλέπει την έκβαση ψηλά από τον θρόνο του. Απτόητος μα κουρασμένος. Αδιάφορος μα στοργικός. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά είναι και οι λαβωματιές που δεν με αφήνουν από τον πόνο να κερδίσω ύπνο, αλλά κερδίζω νύχτα, κερδίζω; 

Το κοράκι κράζει: «Ποτέ πια».

Thursday, May 24, 2012

ΚΥΜΑΤΩΣΕΙΣ


Τα πόδια τους μουσκεύονταν από τη θάλασσα καθώς κρέμονταν  από τον μόλο . Τα καλάμια τους στα πλαϊνά φλέρταραν με τα ψάρια, χωρίς να τα πιάνουν στις μοιραίες αγκάλες τους. Τα ψάθινα καπέλα τους στον ήλιο έμοιαζαν με πλεγμένα ξανθά γοργονίσια μαλλιά. Τα παντελόνια γυρισμένα ως το γόνατο με μικρές πιτσιλιές από το «σκάσιμο» του νερού. Τα μανίκια σηκωμένα , τα μάτια έξυπνα αλλά βαριά από την αντηλιά.

Ο ήλιος διεγερτικός για ύπνο, κάθετα βαλμένος , σαν να περιμένει να εκπυρσοκροτήσει… Φώτιζε τα κύματα δίνοντας τους μια αίσθηση ανταύγειας, λαμπύριζαν σαν να έκρυβαν στην αφή τους μικρά διαμάντια. Τα σύννεφα έκαναν πως συγκρατούσαν το φως και διαχειρίζονταν τις ηλιαχτίδες… αλλά που; Και πως; Ασυγκράτητος ο ήλιος.

Κάθονταν δίπλα δίπλα  κοιτάζοντας ολόγυρα με εξερευνητική ματιά, σαν ναύτες που ψάχνουν τον καιρό. Οι γλάροι τραγουδώντας φάλτσα, όπως συνηθίζουν, έκαναν χαμηλές πτήσεις μήπως καταφέρουν την τύχη να τους ευνοήσει με κανένα μεζέ. Σαν άσπρες χοντρές πινελιές  που δεν έχουν στεγνώσει ακόμα σε κάποιον πίνακα, πέταγαν εδώ και εκεί, χωρίς να νοιάζονται για τις περίεργες φιγούρες στη παραλία ή για τα αλλόκοτα πλάσματα στο μόλο.

Οι σκέψεις πλανιόντουσαν με βρεγμένες άκρες, κάνοντας που και που βουτιές στα δροσιστικά νερά. Τα βάρη δεν είχαν θέση σε μια τέτοια νωχελική κατάσταση… Ακόμα και τα ψάρια βαριόντουσαν να τσιμπήσουν το δόλωμα! Πόσο μάλλον να έχει κανείς σοβαρές έννοιες , μακρυά από την απορία που μπορεί άνετα να γεννηθεί σε μια αυτή την ατμόσφαιρα: «Τι τύπου εγκαύματα θα πάθω εδώ που κάθομαι χωρίς το κατάλληλο αντηλιακό;», «Παναγιά μου θα αρπάξω με τέτοια ζέστη, άνθρωπος φλαμπέ!» .

Αλλά μάλλον ταίριαζαν τα χαλαρά όνειρα για μια ονειρεμένη ζωή γεμάτη από κεφάτη θάλασσα και αλμύρα που σε γεμίζει από το άρωμά της.
Οι δυο τους κοιτάζονταν κάθε λίγο για να επιβεβαιώσουν ξανά και ξανά τη νωθρότητά τους, που τους εμπόδιζε να κάνουν μια αξιοπρεπή συζήτηση. Έτσι, συμβιβάζονταν με κοφτές κουβέντες και κουνήματα του κεφαλιού , συγκαταβατικά και σύντομα…

Το δέρμα τους γυάλιζε σαν να είχαν αλειφθεί με βούτυρο, και με τις μικρές σταλαγματιές στο μέτωπό τους έμοιαζαν σαν να περνάνε κρίση άγχους. Τα χέρια τους λερωμένα από τα δολώματα και βρεγμένα χύνονταν ανάμεσα στα πόδια τους που κουνούσαν τώρα πέρα δώθε…
Ο λαιμός τους στεγνός , τα ρούχα τους σαν δεύτερο πετσί και ενώ όλα έδειχναν μια ανεπιθύμητη ατμόσφαιρα , η ανθρώπινη ανεκτικότητα πλησίαζε μια απρόσμενη απόλαυση στη κακουχία. Ο ήλιος στο ζενίθ του, βούρκωνε τα μάτια και έβραζε τη θάλασσα, ακόμα και οι γλάροι είχαν εγκαταλείψει τις προσπάθειες  και είχαν αράξει σε μια σκιά, παίζοντας μεταξύ τους , κάνοντας τους αρχοντοχωριάτες της παραλίας!