Friday, June 22, 2012


Έχω βαλμένο το αυτί στο πάτωμα. Δεν ακούω τίποτα, μόνο τους κραδασμούς της καρδιάς μου. Αφουγκράζομαι τα λεγόμενά της και μένω ξαπλωτή προς το μέρος της. Νιώθω τα δάχτυλα των ποδιών μου να προδίδουν παλμούς ξέγνοιαστα. Νιώθω τα βλέφαρά μου να κουβαλάν τις στάχτες των αστεριών, όλων των αστεριών που έπεσαν και τους κρέμασα μια ευχή. Τα μάτια μου κοιτάν προς τα μέσα, τις παραλίες που θα θελα να βιαστώ να ζήσω και τις νυχτερινές περατζάδες στην ακρογιαλιά που έζησα σαν σε ευτυχισμένο πολύχρωμο σκίτσο.
Η αγάπη είναι στο πάτωμα, που με ανακουφίζει με την δροσιά του και που με κάνει να είμαι πιο αληθινή από ότι με συμβούλεψαν, πιο αυθόρμητη από ότι θα ήθελε ο φόβος τους και πιο αναγαλλιασμένη απ’ ότι ήλπιζα. Τα χέρια μου εφαρμόζουν στο πάτωμα και χαμογελάω ξανά. Δεν μπορώ να παρατήσω την ιστορία μου έτσι απλά, το κερί που φέγγει μου θυμίζει πως έχω μια υπόσχεση να ξεπληρώσω. Μια βάρκα στο όνομά μου, ένα ταξίδι που πρέπει να το κάνω παρέα με την αγάπη και ας μην με αγαπούν, αρκώ εγώ να περιφέρω τα κουπιά στα κύματα. Το πάτωμα είναι καλό. Ξαπλωμένη εκεί δεν μοιάζω πιο ψηλή από τα πλάσματα του Θεού, δείχνω όμοια με το ταπεινό χορτάρι και τα σαλιγκάρια που κουβαλούν το σπίτι τους με ευλάβεια. Χαίρομαι με την μικρότητά μου που έχει τόση δύναμη, άλλωστε ο κόσμος χόρτασε υπεράνθρωπους που στάθηκαν ανίκανοι, και μπουχτίσαμε από ανθρωπάκια που κάνανε τους ικανούς. Δεν κρατάω κακία. Προσεύχομαι.

Wednesday, June 20, 2012

Μια Χούφτα



Σε υπονομεύουν τα πτηνά,
οι φίλοι απλοί διαβάτες
και τα πετρώματα φορούν
ασπρόμαυρες γιρλάντες.

Τα επιπόλαια σ’ αγαπώ
βγάλαν και αυτά μαχαίρια,
γιατί παρασυνήθησες
τα ψεύτικα τα χέρια.

Η μνήμη σ’ αφηγήθηκε
τα βλοσυρά τα πάθη
και τα ‘στειλες στο πουθενά
κανείς να μη τα μάθει.

Και αν κάπου κάπου έσπασες
και λύγισες στο γιόμα
πάψε να βρίζεις τη καρδιά
που καρτερεί ακόμα…

Το κρίμα της είναι να αγαπά
τα βάσανά της χίλια
και το πικρό μαράζι της
τα ροδιασμένα χείλια.

Μη κλαις και μη βαρυγκωμάς
τα δέντρα έτσι δε σπάνε
από το χώμα ξεκινούν
και πάλι γη γυρνάνε.

Μον’ η καρδιά έχει αντοχή
η φλόγα της αιώνια
και έτσι σκορπάς τα χρόνια σου
να μη σε βρει η διχόνοια.

Όλοι σε θέλουνε σκυφτό
ζητούν να αποτύχεις
μα εσύ πιστός εις εαυτόν
χαμογελάς της τύχης.

Και περπατάς νωχελικά,
το χάραμα εμπρός σου
και αν έχεις μάτια σφαλιστά
είναι η καρδιά το φως σου.

                                     

Tuesday, June 12, 2012


Πριν πεθάνω θέλω να θυμάμαι…
Όταν χάνεται η γυαλάδα από τα μάτια μου θέλω να περάσουν στην εικόνα του μυαλού μου όλα τα πρόσωπα που αγάπησα….
Όταν ξεραίνονται τα χείλη μου και ο αέρας θα μοιάζει στυφός, θέλω να σκέφτομαι πως με αγκαλιάζουν όλοι αυτοί που μου δώσανε τρυφεράδα…
Θέλω να τους χαμογελάσω νοητά για μια στερνή φορά, σαν να τους το χρωστάω…
Και ακόμα και όταν χάνεται η ζωή από τη φωνή μου, να σχηματίζω κουβέντες στοργής που θα τις ακούσουν ίσως μόνο οι αόρατες φιγούρες που θα κάθονται στο πλάι μου περιμένοντας να με πάρουν από το χέρι και να με οδηγήσουν στην άλλη μεριά της σκηνής…
Ο θάνατος είναι η άλλη μορφή του φωτός.
Πριν πεθάνω θέλω να θυμάμαι…
Τα τόσα ψέματα που έκαναν πιο φωτεινές τις αλήθειες, τις τόσες πληγές που θριαμβευτικά επουλώθηκαν, τις τόσες προδοσίες που με οδήγησαν σε νέες γνωριμίες, τα τόσα «γιατί» που με έκαναν να μη ρωτάω απλά, αλλά να ψάχνω και να ψάχνομαι…
Δε έχω διώξει κανέναν. Δε μπορώ. Δε γίνεται. Αν το έκανα, πώς θα μπορούσα πριν πεθάνω να τους σκεφτώ;