Wednesday, August 29, 2012

The end of an era


Βιαστικές βαλίτσες και μπερδεμένα λόγια αποχαιρετισμού … δυο τρία πεταχτά φιλιά και μερικές σκόρπιες αγκαλιές και χειραψίες. Σιγά σιγά ερημώνει η ατμόσφαιρα, η κάποτε φλογερή γεμάτο καλοσύνη και ενθουσιασμό.

Το τέλος μιας εποχής που περιμένει δειλά να αναπληρωθεί  από μια άλλη πιο σκοτεινή και αφιλόξενη βέβαια. Όταν αλλάζει η γεύση του ξημερώματος και το δειλινό αγριεύει τα χρώματά του. Οι μουσικές της συσπείρωσης, μακρινές αναμνήσεις κάποιου άλλου κόσμου και πολιτισμού. Ακόμα και τα αστέρια συνηγορούν στην αλλαγή , μετακινούν την αρχοντιά τους παράμερα να μην μπορούν να γίνουν αρκετά αντιληπτά από μόνο ένα ζευγάρι μάτια.

Η θάλασσα πιο μελαγχολική υφαίνει τα κύματά της , αδιάφορη για τη γραία έμπειρη νύχτα ή για την αιώνια νέα και φρέσκια μέρα. Αγέρωχη για τα πάθη που ξεπλένει και αγέρωχη απέναντι στη φυγή των ανθρώπων, συνηθισμένη με το πέρασμα των εποχών χιλιάδες αιώνες.

Οι ρόδες γλύφουν λειτουργικά την άσφαλτο του δρόμου κάνοντας ένα χαμηλό μουγκρητό δυστυχίας. Οι βαλίτσες στριμωγμένες να ιδρώνουν μεταξύ τους και οι άνθρωποι να αναμένουν για το «ύστερα», 
περιμένουν το αναπόφευκτο αυτό που στοιχειώνει αρκετές φορές τους ζωντανούς.
Αυτοί που μένουν πίσω με σηκωμένο το χέρι και τα μάτια σε μια κινούμενη κατασκευή που δείχνει αλλόκοτη στη ζέστη του μεσημεριού και στης καρδιάς την απώλεια -με λίγο παραπάνω ευαισθησία- μετρούν τα μέτρα και μετά φαντάζονται τα χιλιόμετρα και αργότερα προσπαθούν να ξεχάσουν, να μετριάσουν τη λύπη τους δίνοντας συνέχεια στο δικό τους μότο που εξακολουθεί καλώς ή κακώς να είναι το ίδιο.

Αλλά η αλλαγή της εποχής μυρίζει διαφορετικά, το νιώθεις στο δέρμα σου όταν σουρουπώνει και όταν οι ξέγνοιαστες σκέψεις αρχίζουν να δίνουν την θέση τους στις ταλαιπωρημένες.
Τότε, όταν οι δρόμοι το βράδυ, νεκρώνουν λίγο πιο γρήγορα και οι άνθρωποι γίνονται βαρίδια , τότε ανοίγεις ένα μπουκάλι κρασί και κοιτάς στο μυαλό σου αυτά που άξιζαν και πέρασαν και βάλθηκαν να μη φύγουν ποτέ από τη ψυχή σου για να γίνουν ιστορίες που θα αφηγείσαι με χαμόγελο και με λαμπυρίζοντα μάτια. Στην άκρη κάποιας εποχής, που ξέρεις πως κάποιος έστω για λίγο κατάλαβε τη σιωπή σου και την έντυσε με νότες σιγομουρμουρίζοντας στη δική του σιωπή, αφήνοντας σου μια μεγάλη ελπίδα για φιλοδώρημα και μια υπόσχεση για επανασύνδεση, αν μη τι άλλο μια άλλη παρόμοια εποχή που θα έρθει.
Δεν έχει να κάνει με άδειες  αγκαλιές  που κάποιος θέλει με κόπο ή με πόνο να κατακτήσει… είναι αυτό που σε περιμένει χωρίς να το ξέρεις και που σε δυναμώνει τόσο πολύ που κυλούν οι ώρες και χαράζει αναπάντεχα.
Αλλά και αυτός που έμεινε πίσω θα φύγει κάποια στιγμή από την εποχή που παρακμάζει και αλλάζει σαν από άμαξα σε κολοκύθα . Θα πάει να υποδεχθεί με τρεμάμενα χέρια,  σφιχτή καρδιά και μάτια σιγαλιάς, την εποχή της δίκης που όλα είναι σοβαρά με μικρές μόνο πινελιές χρώμα.

Ο κύκλος των πραγμάτων ανεξίτηλος και αδιαπέραστος, μια γλυκεία κατάθλιψη που δεν επιτρέπει χάπια μαζί με αλκοόλ!
Το αλκοόλ… αρκεί!

Είναι, φίλοι μου, το τέλος μιας εποχής.



(Written in the end of summer 2009. But dedicated to every summer end !

Monday, August 27, 2012

Για τους τύπους




Είπα κάπου φευγαλέα, «θα πέσει η νύχτα» και η φωνή του «ανθού» μου, μου αποκρίθηκε «θα πέσει;». Στάθηκα για μια στιγμή, «ναι, πάντα πέφτει και ας νομίζουμε πως οι μεγάλες μέρες διαρκούν για πάντα» ίσως να μην κατάλαβε, μα εγώ ήξερα και αυτή η γνώση ήταν που με πλήγωνε όσο σουρούπωνε και τραβούσε πίσω την γοητεία της η θάλασσα. Ύστερα από κάθε μέρα έρχεται η νύχτα, όλο κερδίζει έδαφος, όλο κερδίζει συμμάχους, και όλο περισσότερο χάνει εμένα που κολλάω πάνω στο φως αναζητώντας θαλπωρή. Φυσάει αλλιώτικα απόψε, σαν να ήθελε ο αγέρας να μας διώξει με ένα δυνατό φιλί του αλλά η φύση του ανθρώπου δεν αλλάζει, σε πείσμα της εποχής θα εύχεται σε ένα καλοκαίρι.

Μου είπαν πως το «ποτέ» είναι ένα «αύριο» που αναβάλλεται, ή κάπως έτσι, είχα καιρό να ακούσω κάτι τόσο αληθινό και συνάμα όμορφο, σκάλωσε στο μυαλό μου σαν ρούχο σε σκαλωσιά, το καλοσκέφτηκα και το δικαίωσα χίλιες φορές, μα ποιος πορεύεται έτσι δίχως να περιμένει; Η αναμονή τροφοδοτεί το μέλλον και η αδημονία τα όνειρα.

Το «ποτέ» πλησιάζει απειλητικά σαν τον χειμώνα που νιώθω να έρχεται κάτω από τα φουστάνια του σκοταδιού που τρώει με λαχτάρα την ημέρα. Το «αύριο» φαντάζει μακρινό και ανεκπλήρωτο, ένα τάμα σε ένα κερί που δεν βρήκε αντίκρισμα. Μια υπόσχεση σε ένα πλοίο που βουλιάζει.

Ανώνυμος θεατής η καρδιά μου πάντα τρία βήματα μπροστά στους καιρούς, πάντα τρία βήματα πίσω, στους ανθρώπους.  Η αλλαγή έχει μοναξιά και η μοναξιά έχει λύπη, που οφείλεις να μην την περνάς με φίλους.  Στους φίλους  χαμογελώ. Μόνη μου είναι αλλιώς.

Η νύχτα πάντα έρχεται όσο υπάρχει ήλιος. Το «πάντα» είναι ένα ανεστραμμένο «ποτέ». Και έτσι αύριο θα είναι μια καινούργια μέρα, καθαρή, ένα κενό ερμάριο που περιμένει να το γεμίσεις τα «πάντα» σου και τα «ποτέ» σου σε μια αδιάκοπη εναλλαγή.

«Ανθέ» μου πόσο δεν μου έμοιασες, τι καλά που δεν φέρεις την κατάρα των λυρικών. Πόσο έχεις εναρμονιστεί με τον χειμώνα, πόσο δεν σε νοιάζει, μάθε με να το κάνω και εγώ, να μην πονάω όταν κρυώνει ο αέρας…