Friday, November 16, 2012

.................................



Κατρακυλώντας στο γρασίδι δεν είχα χρόνο να αναπνεύσω. Όταν επιτέλους σταμάτησα τις σβούρες πήρα μια βαθιά ανάσα και ο ουρανός ήρθε ξανά μπροστά στα μάτια μου. Γκριζογάλανος, έμοιαζε με φυλλωσιά πορτοκαλιάς που πέρναγε από μέσα του το φως.

Τα δάχτυλά μου χωνόντουσαν στο γρασίδι να νιώσουν την ζωντάνια τους και μετά κοίταξα τριγύρω: Και άλλα σώματα κατάχαμα, που κρυφό χαμογελούσαν. Και άλλα πρόσωπα που ζούσαν την στιγμή. Και άλλα ορθάνοιχτα χέρια, σαν έτοιμες για σοδειά αγκαλιές. Τι όμορφο πράγμα να κατοικεί η αγάπη για τα πάντα μέσα σου και να μην σε σκουριάζει η κούφια εποχή. Τι όμορφο να ξέρεις πώς υπάρχουν και άλλοι σαν και εσένα που δεν πτοούνται στο κατρακύλισμα. Σε αυτήν την πόλη χορτάσαμε τοίχους, χώρια τα τείχη που χτίζει ο καθείς για να στοιβάξει την μοναξιά του. Γωνιά γωνιά τα όνειρα κόπηκαν στην μέση και τάστρα τα βλέπεις μόνο όταν σου κόβουνε το ρεύμα.

Λαχάνιασα με τόσο παιχνίδι μα θέλω και άλλο και αν κάποτε σταματούσα να παίζω με το δέκατο κάλεσμα της μαμάς και με το σκοτάδι να έρχεται απ’ όλες τις μπάντες, τώρα δεν θέλω να σταματήσω για κανένα λόγο. Και ας με φωνάζουν μέσα στα ήρεμα. Θέλω να κάτσω στο χώμα κοιτάζοντας τα σύννεφα, κοιτάζοντας τους χαρωπούς και γλυκούς φίλους. Θέλω το παιχνίδισμα να μου γίνει μια σιωπηλή, δεύτερη φύση γιατί αυτό με σώνει στην επαναστατική σιγή που επικρατεί γύρω μου, σε μια πόλη που καίγεται εκ των έσω.

Έτσι ανέμελα, χωρίς λούσα και παραμύθια και όποιος δεν μπορεί να αντέξει το τρέξιμο και φοβάται να ανοιχτεί ας πάει στα βολέματα, θα βρεθεί μια μεριά και γιαυτόν.


Εγώ θα κάτσω έξω να κατρακυλήσω για λίγο ακόμανα χαρώ πρασινάδα!