Monday, April 15, 2013



Την ύστατη στιγμή, μετά από μια ελαφριά σιγανή ανάσα έπαυσε η ζωή να κινείται. Πάγωσε ο χρόνος. Σωπάσαν οι αναστεναγμοί. Κι αργά άρχισε να φεύγει κάθε τι γνώριμο και ωραίο. Δεν μετάνιωσα ποτέ που έδωσα και πήρα αγάπη, αλλά είναι σαν να την παίρνει μαζί της με θρασύτητα και μένα με αφήνει με άδεια χέρια.

Σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, με την τελευταία της ανάσα, φωτίζει ο κόσμος, ο πόνος απομακρύνεται και εκείνη σηκώνεται θεραπευμένη και ανέμελη , τινάζεται και έρχεται κοντά μου, την αγκαλιάζω σφιχτά, δεν θέλω να φύγει. Θέλω να επιστρέψει να της δώσω  όση αγάπη της κράτησα για αργότερα. Την αγκαλιάζω και ανταποδίδει σε φιλήματα, πρέπει όμως να φύγει και το ξέρω. Λύνω τα χέρια μου και μου γελάει με τα μάτια της και έπειτα τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ίσα ίσα που προλαβαίνω να την δω να ανεμίζουν τα αφτιά της, να τρέχει χαρούμενη, λυτρωμένη και στο βάθος να συναντάει και άλλα χαρούμενα πλάσματα και να τρέχουν μαζί προς τα άνωθεν, στο σκυλολόι του Παραδείσου, στην πίσω αυλή του, με όλο το φως του ήλιου να τα φωτίζει και όλη την αγάπη του Θεού να τα προστατεύει.

Στον δικό μας κόσμο όμως δεν σαλεύει. Η εικόνα της μαρμάρωσε στον χρόνο. Ο άνθρωπός μου. Άνθρωπος πιο πολύ από τους ανθρώπους… Η καρδιά της δεν άντεξε και η δική μου σταματούσε κάθε τόσο για να ξεσπάσει σε λυγμούς.
Την ύστατη στιγμή πήρα μαζί της μια ελαφριά, σιγανή ανάσα και πεθάναμε και οι δυο. Εκείνη για πάντα, εγώ για εκείνη.

                                   Στην μνήμη σου κουτάβι μου όμορφο. Πάντα θα σ' αγαπώ!