Sunday, October 27, 2013

Lady Lilly

Η φόδρα από το φουστάνι της, είχε σκιστεί , πιάστηκε σε μια ακιδωτή γωνία … το ξύλο σε ένα σπίτι παίρνει μορφές, ζωντανό καθώς είναι, αφουγκράζεται τον αέρα, τα μύχια μυστικά, τα όνειρα που περιμένουν την στιγμή να ολοκληρωθούν.
Περπάτησε ξυπόλυτη να βρει ένα φως να ανάψει… την πήρε ο ύπνος αργά και το σκοτάδι που απλώθηκε στο δωμάτιο πρόλαβε και την ξύπνησε. Μια ανησυχία μαστίζει την καρδιά της, ένας θόρυβος ταλανίζει την ακοή της και γεύεται στην ατμόσφαιρα την στυφή αναμονή.

Φθάνει μέχρι κάποιον τοίχο. Πάντα τις άρεσαν οι τοίχοι, στερέωνε το «αρκετά» της εκεί, με κλεισμένα μάτια μέχρις ότου να μεταλλασσόταν σε «άντε πάμε πάλι».  Ο τοίχος κρύος και ατάραχος είχε κρύψει τον διακόπτη στα έγκατά του . Ψαχούλευε για κάμποση ώρα ώσπου της φανερώθηκε μονάχος του. Άναψε το φως της κάμαρας και έκατσε σταυροπόδι ήσυχα στο ξύλινο πάτωμα… τόσο μόνο του σε ένα μέρος που θα έπρεπε να ξεχειλίζει αγάπη. Κι αντ αυτού αντανακλούσε «ναι, καλά» στο «σ’ αγαπάω». Αλλά ήταν καλό και σεβόταν κάθε πατημασιά της. Σηκώθηκε και για να παρηγορήσει τα έπιπλα που καθόντουσαν άσκοπα, τα χάιδευε περαστικά με τα δάχτυλά της, τους μιλούσε για καμώματα και γινάτια , τα ξεσκόνιζε με το ρούχο της και τα έντυνε με την στοργή της. Ώσπου η όψη της στράφηκε στο τζάμι το κλειστό που καθρέφτιζε τα μέσα. Είδε την εικόνα της κατάπληκτη, πόσο διαφορετική ήταν από ότι είχε συνηθίσει. Δεν την πείραζε, της άρεσε η πρόκληση:  να γίνεται κάθε φορά και κάτι διαφορετικό, να σταματάει ο χρόνος  στο παιχνίδισμα της μοίρας που την έφερνε να αγναντεύει ξένα τοπία και να της ζητάει να τα ζωγραφίσει με μαεστρία. Χαμογέλασε στον εαυτό της  κάτι που το έκανε συχνά για να μην ξεχνιέται πως υπάρχει χαρωπά στον κόσμο του μηδενισμού. Χαμογέλασε και ένωσε τα χέρια της με την φιγούρα της, να ενώσει τα μισά.  Το κουδούνι του σπιτιού που αντήχησε την άρπαξε από τις σκέψεις της και την επανέφερε στην πραγματικότητα. Έτρεξε να δει ποιος ήταν, τι ήθελε. Δεν άνοιξε, φοβήθηκε τον κύριο που στεκόταν απ’ έξω και κρατούσε ένα κουτί. Δεν ήταν δικό της, εκείνη ότι είχε παραγγείλει της το είχε δώσει η ζωή. Άλλου  θα ήτανε και να, ο άλλος έλειπε και θα πήγαινε η επίσκεψη χαμένη. Άνοιξε την πόρτα και πήρε το κουτί στα χέρια της και τιτλοφορήθηκε ιέρεια της φύλαξης  και της παράδοσης του κουτιού. Το άφησε πάνω στο κλεισμένο πιάνο για να έχει υπόκωφη παρέα τα πλήκτρα. Εκείνη δυστυχώς δεν ήξερε να παίζει, να του έπαιζε λίγο να ξεχάσει πως δεν βρήκε τον παραλήπτη του.  Η μουσική  είναι το βάλσαμο της ψυχής, το μεσαίο κουμπί στο πανωφόρι, η γλυκιά χαραυγή στα αυτιά. Ο αγαπημένος της χώρος ήταν η κουζίνα, που με την θέα της ημέρευε τα άγρια, θύμιζε την απεραντοσύνη, μαλάκωνε τους πόνους της καρδιάς και έφεγγε την μέρα το καλωσόρισμα. Άνοιξε τα τόσα φώτα σε όλο το σπίτι σαν να ήταν γιορτή, πιο πολύ για να γιορτάσει τις αντοχές της και την αγάπη της για το ελλιπές. Τι χαρά να ξέρεις πως μπορείς να κάνεις παραπάνω, πως είναι δυνατό να γίνουν περισσότερα και ομορφότερα. Κούρνιασε στο πάτωμα με τα έπιπλα να την αγκαλιάζουν, πήρε βαθιά ανάσα, και εκεί στο φως ξαναγεννήθηκε. 

Thursday, October 3, 2013

Not Even


Βυθίζεται η νύχτα στο κορμί μου, τα δόντια μου κοφτερά, μπορεί και να αξίζω την σελήνη μακριά μου, δεν στάθηκα ήρεμη στις προκλήσεις τις αντιμετώπισα όλες, δεν άφησα καμιά να πέσει κάτω παρά τις έπιανα στον αέρα, αυτόν που παγώνει σιγά σιγά και κρυσταλλώνει την φωνή μου. Θέλω να πω «στάσου» μα κόβεται ο ήχος από ένα φορτηγό που περνάει… και φεύγεις. Ωραιότατος αλλά ψεύτης. Τι να σου κάνει κ η αλήθεια ξέφτισε στους γκρίζους δρόμους της πόλης σαν νεράιδα χωρίς ραβδί και μνήμη. Ωραιότατα περπατούσες μακριά μου σαν μυστήριο που αποχωρούσε και εγώ βέβαια υπήρξα και υπάρχω μοιραία, αδιάφορη και  πάντα συγκλονιστική… μέχρι να σιγουρέψω πως δεν θα γυρίσεις την πλάτη σου… και τότε τα άγρια δάκρυα μου ξεχύνονται στο πεζοδρόμιο ουρλιάζοντας. Τοποθετώ την έκφρασή μου σωστά στο πρόσωπο και γυρνάω να με χτυπήσει ο αέρας και από το άλλο μάγουλο. Δεν θα πω για αγάπη, την έχω σκοτώσει και εγώ για χάρη του εγωισμού μου, δεν θέλω να υποκρίνομαι πως μου ανήκει η τελειότητα… κάθε άλλο, ημιτελής γεννήθηκα, ξεχασμένη στο φορείο του Θεού με τα μισά χαρίσματα και τα μισά προτερήματα. Πρόλαβε να μου βάλει καρδιά όμως και εγώ ποτέ δεν έβαλα μυαλό. Τι σόι άνθρωπος να είσαι με μόνο καρδιά; Θα πω για μια μοίρα που με τυλίγει κάθε τόσο σε μια κόλλα χαρτί για να καταλάβω στο πετσί μου πως είμαι θνητή. Δικαιούμαι λάθη, δικαιούμαι κακία, δικαιούμαι και τρυφεράδα και συμπόνια. Τα νύχια μου σπάσανε στην μάχη και τα δόντια μου τα τρόχισα σε σκληρούς ανθρώπους που βάλθηκαν να με αφανίσουν. Η νύχτα είναι πιο βαθιά αλλά δεν με νοιάζει, τόσος καιρός πέρασε στα σκοτάδια τώρα θα τρομάξω; Τώρα που ξέρω πως θα έρθει η στιγμή και θα ανατείλει ο ήλιος;