Wednesday, April 25, 2012

Χαρόματα


Τα πρωινά είναι ένας μικρός θάνατος. Μια απόσταση από ένα σημείο Α σ’ ένα σημείο Β που την κάνεις δίχως φακό και δίχως ίχνος αγάπης. Μέχρι να φθάσει ο ήλιος στα μάτια σου καταριέσαι τον εαυτό σου χίλιες φορές που ξύπνησε, που άφησε πίσω το γλυκό πέπλο της μοναξιάς του ύπνου. Πεθαίνεις ακριβώς εκείνη την στιγμή που αναδύεσαι απ’ το όνειρο και ψάχνεις στις σκιές για ένα χάδι, πολύ μεγάλος για να κλάψεις σαν μωρό που βγαίνει από την κοιτίδα της μάνας του, πολύ μικρός για να δακρύσεις για ατ αυτονόητα.

Μέχρι να έρθει στην κατοχή σου η μέρα και να σκορπίσεις στις τόσες σου δοκιμασίες, μέχρι να ακουμπήσει το χέρι σου τον αέρα του καθημερινού μόχθου, πληγώνεσαι απαράμιλλα στο ξύπνημά σου, όσο ο δρόμος που διανύει ο θανατοποινίτης για τον τελικό χαμό του. Το δωμάτιο σε αρπάζει και γίνεσαι το φάντασμά του, μια στροφή στο λάθος του κόσμου, μια φωνή που ξύπνησε και δεν μπορεί να μιλήσει και σε κατακλύζουν όλες αυτές οι φοβίες που παίρνουν την μορφή του σήμερα και κλείνοντας πρόχειρα τα μάτια σου σιγομουρμουρίζεις ευχές για το αύριο, δένοντας τα χέρια σε στάση προσευχής κάτω από τα παπλώματα.

Το πρώτο βήμα δύσκολο, ένας Άτλαντας που πρέπει να ξαναπάρει την γη στη πλάτη του, το δεύτερο, επώδυνο, το βάρος του πλανήτη στους ώμους σου, στο τρίτο αποδέχεσαι τη μοίρα σου πως με μόχθο όλα γίνονται μαζί και εσύ που αλλάζεις στο δευτερόλεπτο, ένα συνονθύλευμα με τις σκέψεις σου.

Έχεις σηκωθεί και κοιτάζεις τον ήλιο. Τι καινούργιο έχει να σου πει; Ποια δύναμη θα σου ζητήσει να μαζέψεις σαν βοτάνι από τον κήπο της ψυχής σου; με ποια ταχύτητα θα πρέπει να τρέξεις τις κινήσεις σου; με πόση αγάπη θα πορευτείς στο τώρα και στο ύστερα; Δεν σου απαντά, σε βλέπει ατάραχος, ξέρει πως δικιά σου δουλειά είναι να βρεις τις λύσεις.

Και ζεις, αμερόληπτα, διαθέτεις ζωή, και ο θάνατος σου μοιάζει πια μακρινός, γιατί δεν έχεις καιρό για δαύτον, μέχρι που σουρουπώνει και μια αίσθηση θανάτου ξαναγεννιέται. Χασκογελάς, κάνεις γροθιές. Δεν είναι η ώρα σου ακόμα, δε θα ξεμπερδέψεις έτσι εύκολα.